ἀμήν

ἀμήν аминь (др.-евр. אָמֵן лат. amen); истинно, воистину

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀμήν" в других словарях:

  • αμήν — το аминь, истинно, верно Этим. < евр. amen «да будет так» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἅμην — ἄμην , ἄμη shovel fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμήν — Εβραϊκή λέξη (αμέν) της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ως επίθετο σημαίνει αληθινός, πιστός και ως ουσιαστικό αλήθεια, πίστη. Τις περισσότερες φορές, όμως, έχει επιρρηματική έννοια και σημαίνει: αληθινά, ναι, ας γίνει. Χρησιμοποιείται στο τέλος …   Dictionary of Greek

  • αμήν — (λ. εβρ.), άκλ. με επιφωνηματική σημασία 1. ως κατακλείδα ευχών ή εκφωνήσεων στην εκκλησία, ναι, αληθινά, μακάρι. 2. φρ., «Ώσπου να πεις αμήν», σε ελάχιστο χρόνο· «Έφτασα στο αμήν», στο τέλος της υπομονής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμήν — ἀ̱μήν , ἁμός 1 fem acc sg (attic epic ionic) ἀμήν verily indeclform (exclam) ἡμός fem acc sg (attic epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμῆν — ἀ̱μῆν , ἀμάω 1 reap corn pres inf act (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμήν — ἁ̱μήν , ἁμός 1 fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμην — ἄμη shovel fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μυουμένῳ τῳ λύκῳ ἐκέλευον εἰπεῖν ἀμήν, ὁδ’ ἔλεγεν ἀρνίν. — См. Как чорта ни крести, а он все кричит пусти …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ὤμην — ἄμην , ἄμη shovel fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • аминь — (327) ἀμήν част. Истинно, правильно; да будет так: писано бо ѥсть. г҃ь гърдыимъ противить сѩ. и пакы гл҃еть г҃ь. аминь гл҃ѫ вамъ. Изб 1076, 220; и практоръ въсадить тѩ въ тьмьницю. аминъ гл҃ю тебе. не изидеши ѡтътоудоу. донъдеже въздаси… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.